Με βήμα αργό και έναν επιτηδευμένα βαρύ αναστεναγμό, ο γιατρός βγήκε στον διάδρομο.
— Η ακοή του παραμένει προς το παρόν ιδιαίτερα μειωμένη — είπε στη Νεφέλη Αντωνίου, φροντίζοντας η φωνή του να φτάσει μέχρι τον Λέανδρο Μαυρογιάννη, που είχε μείνει μέσα με την πόρτα μισάνοιχτη. — Ίσως να μην αντιλαμβάνεται τους ψιθύρους, μόνο την έντονη ομιλία. Θα χρειαστείτε υπομονή· η αποκατάσταση θα είναι μακρά.
Η Νεφέλη έκλεισε τα βλέφαρα, σαν να την εγκατέλειψαν οι δυνάμεις της, και κάθισε βαριά στην καρέκλα.
— Το καταλαβαίνω… — ψέλλισε.
Κι όμως, τίποτα δεν κύλησε όπως το είχε φανταστεί ο Λέανδρος.
— Είμαι κακή μητέρα, έτσι δεν είναι; — ξέφυγε ξαφνικά από τα χείλη της, με τη φωνή της να τρέμει. — Τα έκανα όλα λάθος. Έπρεπε να είχα δει νωρίτερα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Περνούσε ώρες με τα ακουστικά, κι εγώ το απέδιδα στην εφηβεία. Και τώρα… τώρα ίσως να μη με ακούει ούτε εμένα.
— Δεν φταίτε εσείς — απάντησε ήρεμα ο γιατρός. — Οι ασθένειες δεν ζητούν άδεια.
— Γιατί σε εκείνον; — η Νεφέλη έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της. — Δεν φαντάζεστε πόσο δεμένος ήταν με τη μουσική. Ονειρευόταν να δουλέψει με ήχους, να γίνει ηχολήπτης. Τα βράδια καθόταν μπροστά στο παλιό λάπτοπ, ανακάτευε μελωδίες, μου έστελνε στο κινητό τα «αριστουργήματά» του. Γελούσα… νόμιζα πως ήταν μια φάση. Και τώρα σκέφτομαι μόνο ένα πράγμα: ό,τι κι αν γίνει, αρκεί να μη χαθεί τελείως. Να προλάβει να ακούσει πόσο περήφανη είμαι γι’ αυτόν.
Ο Λέανδρος χώθηκε πίσω από την πόρτα και έσφιξε τα δάχτυλα στην άκρη του κρεβατιού. Η καρδιά του χτυπούσε μέχρι τον λαιμό. Δεν άκουγε τα παράπονα που φοβόταν. Δεν ειπώθηκε καμία λέξη κούρασης ή απόρριψης. Αντί γι’ αυτό, άκουσε το ίδιο του το όνειρο να ζωντανεύει από τα χείλη της μητέρας του.
— Του το λέτε αυτό; — ρώτησε απαλά ο γιατρός.
— Όχι… — παραδέχτηκε χαμηλόφωνα η Νεφέλη. — Φοβάμαι μην τον τρομάξω. Φοβάμαι πως αν του δείξω τον φόβο μου, θα νιώσει βάρος. Στο σπίτι περπατώ με…
